«Η ισότητα ανδρών και γυναικών δε συνιστά ελεημοσύνη απέναντι στις γυναίκες.»
Μ’ αυτή τη φράση έκλεισε την τοποθέτησή της η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου κα Μαίρη Κουτσελίνη στην εκδήλωση του τμήματος γυναικών της ΣΕΚ πριν μερικές μέρες. Αυτή η απλή και αυτονόητη –εκ πρώτης όψης- άποψη γύριζε μέσα στο μυαλό μου γι’ αρκετή ώρα μετά επειδή πιστεύω ότι περικλείει την πεμπτουσία του προβλήματος. Τουλάχιστον ως προς την νοοτροπία με την οποία αντιμετωπίζεται το θέμα από την πλειοψηφία.
Η συζήτηση που αφορούσε στο πόσο επηρέασε η οικονομική κρίσης τα ζητήματα ισότητας, δεν κατέληξε σε ιδιαίτερα αισιόδοξα συμπεράσματα. Η οικονομική κρίση έχει δυστυχώς διευρύνει το χάσμα και έχει πλήξει περισσότερο τις γυναίκες αλλά και τους νέους. Σε περιόδους οικονομικής στενότητας οι πρώτες που θα χάσουν την εργασία τους είναι δυστυχώς οι γυναίκες, ενώ έρευνες έχουν αποδείξει αυτό το οποίο κάθε προσεκτικός παρατηρητής θα μπορούσε να υποψιαστεί. Ότι δηλαδή, σε περιόδους γενικευμένης κρίσης αυξάνεται η βία και η σεξουαλική παρενόχληση έναντι των γυναικών, υπάρχει μεγαλύτερη εξάπλωση της βιομηχανίας του σεξ καθώς και μαζικοποίηση της σεξιστικής κουλτούρας. Μια ματιά και μόνο στα πρωτοσέλιδα του τελευταίου μήνα επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.
Επανέρχομαι όμως στο ζήτημα νοοτροπίας επειδή θεωρώ ότι ακόμη και σήμερα η αντίληψη των ζητημάτων ισότητας δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο θα έπρεπε να είναι. Η δημοκρατική δηλαδή αντίληψη που αναγάγει το ζήτημα ισότητας ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων πολλές φορές μας διαφεύγει. Η συλλογική αντίληψη εξακολουθεί να θεωρεί ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Γι αυτό άλλωστε δε μπορέσαμε ακόμη να προχωρήσουμε σε πολιτικές ισότητας παρόλο που στις διακηρύξεις το αναγνωρίζουμε ως μείζον πολιτικό θέμα. Ακόμα και γυναίκες που πέτυχαν να ανέβουν τα σκαλοπάτια της καταξίωσης σε τομείς παραδοσιακά ανδροκρατούμενους, τείνουν να θεωρούν ότι καμιά συγκροτημένη πολιτική δεν απαιτείται αλλά ότι όπως πέτυχαν οι ίδιες θα πρέπει να πετύχουν και οι υπόλοιπες.
Μόνο εργαλείο που έχει αξιοποιηθεί μέχρι στιγμής είναι αυτό των ποσοστώσεων. Εν τούτοις η αδυναμία βαθιάς κατανόησης του στόχου που θα έπρεπε να εξυπηρετούν οι ποσοστώσεις μάλλον οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα. Αν επιδιώκουμε την ισότητα με πράξεις και όχι με λόγια θα πρέπει οι ποσοστώσεις να ενεργοποιούνται για συγκεκριμένο και περιορισμένο χρονικό διάστημα για συγκεκριμένες περιπτώσεις και να εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική προώθησης και παρακολούθησης της γυναικείας συμμετοχής.
Προσωπικά και κατόπιν προσεκτικής παρατήρησης των αντιδράσεων (θετικών και αρνητικών) που δημιουργούν οι ποσοστώσεις, θα τασσόμουν υπέρ της ποσόστωσης για εκπροσώπηση σημαντικού αριθμού γυναικών και νέων στα ψηφοδέλτια όλων των πολιτικών κομμάτων. Με αυτό το τρόπο κατοχυρώνεται το δικαίωμα επιλογής ανάμεσα σε αντρες και γυναίκες και διασφαλίζεται η αλλαγή των "αρσενικών προτύπων". Αλλά η ψήφος θα πρέπει ανόθευτη να αντικατοπτρίζει τις επιθυμίες του εκλογικού σώματος. Γι αυτό και θα είμουν ιδιαίτερα επιφυλακτική εώς και αρνητική στην ενεργοποίηση των ποσοστώσεων για σκοπούς εκλογής.
Πέρα όμως από αυτό είμαι πλέον βέβαιη ότι για να σπάσουμε τη γυάλινη οροφή χρειάζεται άντρες και γυναίκες με ευαισθητοποίηση σε θέματα ισότητας να αναλάβουν θέσεις κλειδιά στην πολιτική, οικονομική και δημοσιογραφική ζωή του τόπου μας.
Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να περάσουμε από το στάδιο της νοοτροπίας «ας διορίσουμε και μια γυναίκα», στην εποχή, όπου η γυναίκα θα είναι ουσιαστικά και δυναμικά παρούσα στη δημόσια σφαίρα και στις κομματικές δομές.
Μ’ αυτή τη φράση έκλεισε την τοποθέτησή της η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου κα Μαίρη Κουτσελίνη στην εκδήλωση του τμήματος γυναικών της ΣΕΚ πριν μερικές μέρες. Αυτή η απλή και αυτονόητη –εκ πρώτης όψης- άποψη γύριζε μέσα στο μυαλό μου γι’ αρκετή ώρα μετά επειδή πιστεύω ότι περικλείει την πεμπτουσία του προβλήματος. Τουλάχιστον ως προς την νοοτροπία με την οποία αντιμετωπίζεται το θέμα από την πλειοψηφία.
Η συζήτηση που αφορούσε στο πόσο επηρέασε η οικονομική κρίσης τα ζητήματα ισότητας, δεν κατέληξε σε ιδιαίτερα αισιόδοξα συμπεράσματα. Η οικονομική κρίση έχει δυστυχώς διευρύνει το χάσμα και έχει πλήξει περισσότερο τις γυναίκες αλλά και τους νέους. Σε περιόδους οικονομικής στενότητας οι πρώτες που θα χάσουν την εργασία τους είναι δυστυχώς οι γυναίκες, ενώ έρευνες έχουν αποδείξει αυτό το οποίο κάθε προσεκτικός παρατηρητής θα μπορούσε να υποψιαστεί. Ότι δηλαδή, σε περιόδους γενικευμένης κρίσης αυξάνεται η βία και η σεξουαλική παρενόχληση έναντι των γυναικών, υπάρχει μεγαλύτερη εξάπλωση της βιομηχανίας του σεξ καθώς και μαζικοποίηση της σεξιστικής κουλτούρας. Μια ματιά και μόνο στα πρωτοσέλιδα του τελευταίου μήνα επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.
Επανέρχομαι όμως στο ζήτημα νοοτροπίας επειδή θεωρώ ότι ακόμη και σήμερα η αντίληψη των ζητημάτων ισότητας δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο θα έπρεπε να είναι. Η δημοκρατική δηλαδή αντίληψη που αναγάγει το ζήτημα ισότητας ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων πολλές φορές μας διαφεύγει. Η συλλογική αντίληψη εξακολουθεί να θεωρεί ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Γι αυτό άλλωστε δε μπορέσαμε ακόμη να προχωρήσουμε σε πολιτικές ισότητας παρόλο που στις διακηρύξεις το αναγνωρίζουμε ως μείζον πολιτικό θέμα. Ακόμα και γυναίκες που πέτυχαν να ανέβουν τα σκαλοπάτια της καταξίωσης σε τομείς παραδοσιακά ανδροκρατούμενους, τείνουν να θεωρούν ότι καμιά συγκροτημένη πολιτική δεν απαιτείται αλλά ότι όπως πέτυχαν οι ίδιες θα πρέπει να πετύχουν και οι υπόλοιπες.
Μόνο εργαλείο που έχει αξιοποιηθεί μέχρι στιγμής είναι αυτό των ποσοστώσεων. Εν τούτοις η αδυναμία βαθιάς κατανόησης του στόχου που θα έπρεπε να εξυπηρετούν οι ποσοστώσεις μάλλον οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα. Αν επιδιώκουμε την ισότητα με πράξεις και όχι με λόγια θα πρέπει οι ποσοστώσεις να ενεργοποιούνται για συγκεκριμένο και περιορισμένο χρονικό διάστημα για συγκεκριμένες περιπτώσεις και να εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική προώθησης και παρακολούθησης της γυναικείας συμμετοχής.
Προσωπικά και κατόπιν προσεκτικής παρατήρησης των αντιδράσεων (θετικών και αρνητικών) που δημιουργούν οι ποσοστώσεις, θα τασσόμουν υπέρ της ποσόστωσης για εκπροσώπηση σημαντικού αριθμού γυναικών και νέων στα ψηφοδέλτια όλων των πολιτικών κομμάτων. Με αυτό το τρόπο κατοχυρώνεται το δικαίωμα επιλογής ανάμεσα σε αντρες και γυναίκες και διασφαλίζεται η αλλαγή των "αρσενικών προτύπων". Αλλά η ψήφος θα πρέπει ανόθευτη να αντικατοπτρίζει τις επιθυμίες του εκλογικού σώματος. Γι αυτό και θα είμουν ιδιαίτερα επιφυλακτική εώς και αρνητική στην ενεργοποίηση των ποσοστώσεων για σκοπούς εκλογής.
Πέρα όμως από αυτό είμαι πλέον βέβαιη ότι για να σπάσουμε τη γυάλινη οροφή χρειάζεται άντρες και γυναίκες με ευαισθητοποίηση σε θέματα ισότητας να αναλάβουν θέσεις κλειδιά στην πολιτική, οικονομική και δημοσιογραφική ζωή του τόπου μας.
Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να περάσουμε από το στάδιο της νοοτροπίας «ας διορίσουμε και μια γυναίκα», στην εποχή, όπου η γυναίκα θα είναι ουσιαστικά και δυναμικά παρούσα στη δημόσια σφαίρα και στις κομματικές δομές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου