Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Ο διαπραγματευτής και η ουσία του Κυπριακού*

Φέρνω στο μυαλό μου την εικόνα που έκανε το γύρο των ειδησεογραφικών πρακτορείων με τους κύριους Χριστόφια, Έρογλου και τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Το πλάνο και μόνο μου προκαλεί μια αίσθηση απογοήτευσης και δυσφορίας. Η εικόνα δύο ηγετών για τους οποίους είναι πλέον γνωστή η μειωμένη τους ικανότητα να συνομιλήσουν με άνεση και επάρκεια έστω σε μια δεύτερη γλώσσα είναι αποκαρδιωτική. Πόσο μάλλον όταν προσθέσω στο πιο πάνω την έλλειψη άλλων δεξιοτήτων, όπως αυτές της διπλωματίας, της γνώσης συνταγματικών θεμάτων, διεθνών σχέσεων και ικανότητες διαπραγμάτευσης.


Νομίζω στη βάση αυτής της ρεαλιστικής αποτίμησης και δίχως καμιά διάθεση υποτίμησης του θεσμού του Προέδρου του κράτους, πως η τοποθέτηση του Νίκου Αναστασιάδη σε σχέση με την ανάγκη διορισμού άλλου διαπραγματευτή πως είναι ορθή. Θεωρώ δηλαδή, ότι η διαπραγμάτευση ενός τόσο κρίσιμου ζητήματος θα έπρεπε να αφεθεί στα χέρια τεχνοκρατών που να διαθέτουν πολιτική επάρκεια και οι οποίοι να έχουν σαφείς πολιτικές οδηγίες για το πλαίσιο στο οποίο μπορούν να κινηθούν.

Ενδεχομένως ένα τέτοιο μοντέλο να κρατούσε τη διαδικασία πιο ζωντανή και πιο συνεπή, σε σχέση τουλάχιστον με την παρούσα διαπραγματευτική διαδικασία η οποία παραπαίει από συνάντηση σε συνάντηση χωρίς καμιά ουσιαστική ένδειξη προόδου ή αποτέλεσμα. Κατ’ ακρίβεια, δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι εδώ που φτάσαμε η διαδικασία πνέει τα λοίσθια. Αρκετές εκ των τεχνικών επιτροπών δε λειτουργούν, οι συνομιλίες προχωρούν με εξαιρετικά αργό ρυθμό, ενώ το κλίμα μέσα στο οποίο διεξάγονται είναι έντονα αρνητικό λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης και κοινής αντίληψης τόσο σε επίπεδο τοποθετήσεων, όσο και σε επίπεδο προτεραιοτήτων.

Πέρα όμως από τον διαπραγματευτή τίθεται και το ζήτημα της πολιτικής βούλησης και αποφασιστικότητας. Αν θεσμικά η πλευρά μας συμφωνήσει σε ένα νέο μοντέλο χειρισμού των διαπραγματεύσεων θα πρέπει την ίδια στιγμή η νέα ομάδα και ο επικεφαλής της να έχουν ένα ξεκάθαρο πλάνο για το τι επιδιώκουμε και κυρίως για το τι λύση θέλουμε.

Ένας διαπραγματευτής ο οποίος θα είναι οπισθάγκωνα δεμένος από μια πολιτική ηγεσία που άλλα λέει, άλλα θέλει και άλλα κάνει, δε θα έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας ακόμη και αν διαθέτει όλα τα φόντα για να πετύχει στον σκοπό του.

Ένας διαπραγματευτής θα πετύχει αν περιβάλλεται με την κατάλληλη πολιτική στήριξη και άσκηση διεθνούς διπλωματίας. Το κυπριακό δε θα λυθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Εκεί θα συμφωνηθεί και θα υπογραφεί. Αλλά το κυπριακό μπορεί να λυθεί μόνο ως μέρος μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής η οποία να εμπλέκει πέρα από τις δύο κοινότητες και την Ευρωπαϊκή Ένωση και χώρες μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας και την ίδια την Τουρκία. Για να σχεδιαστεί αυτή η στρατηγική χρειάζονται πολιτικές ηγεσίες που να είναι σε θέση να ασκήσουν πίεση στη βάση αμοιβαίων πλεονεκτημάτων που θα προκύψουν από τη λύση για όλες τις πλευρές.

Μέχρι στιγμής, μόνο ο Γλαύκος Κληρίδης μαζί με τον Κώστα Σημίτη και τον Γιάννο Κρανιδιώτη πέτυχαν το πιο πάνω με τη στρατηγική ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε.. Έκτοτε, η τραγική αλήθεια είναι πως ακροβατούμε μεταξύ της αυτιστικής άρνησης που ίσχυσε επί Παπαδόπουλου και του πολιτικού δράματος «θέλω αλλά δε μπορώ» του Δημήτρη Χριστόφια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου