Με αφορμή τη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Κύπρου και του βουλευτή κ. Χρήστου Πουργουρίδη, προκύπτει ξανά το ζήτημα της διάκρισης των ρόλων μεταξύ κράτους και εκκλησίας. Τίθενται επίσης θέματα όπως το δικαίωμα παρέμβασης ή μη της εκκλησίας στο εθνικό ζήτημα.
Πιστεύω ότι σε μια δυτική και φιλελεύθερη κοινωνία που είναι ώριμη δημοκρατικά, η διάκριση των ρόλων θα έπρεπε να εξυπακούεται. Θα ήταν εμπεδωμένο το αξίωμα «τα του Kαίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Οι ρόλοι θα ήταν ξεκάθαροι δίχως να τίθεται ζήτημα «δικαιωμάτων». Οι ξεκάθαροι ρόλοι θα οριοθετούσαν και το πεδίο δράσης του κάθε φορέα. Σε αυτή την περίπτωση, οι θρησκευτικοί ηγέτες θα ασχολούνταν με τη σωτηρία των ψυχών και ίσως να έκαναν σεμνές πολιτικές παρεμβάσεις που θα αφορούσαν φιλανθρωπικά θέματα, όπως για παράδειγμα την εξάλειψη της φτώχειας, ή ηθικά ζητήματα όπως το κατά πόσο είναι επιτρεπτή η ευθανασία.
Στην Κύπρο, για ιστορικούς κυρίως λόγους, αποτελεί «κεκτημένο» για τους θρησκευτικούς αρχηγούς η πολιτική παρέμβαση, δηλαδή, η από πλευράς τους προώθηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής άποψης για τη λύση του κυπριακού με ότι αυτό συνεπάγεται (διανομή βιβλίων, εγκυκλίων, πολιτικές δηλώσεις, αφορισμός των διαφωνούντων κλπ).
Οπότε προκύπτει το ερώτημα: Έχουν το δικαίωμα ο Αρχιεπίσκοπος και οι θρησκευτικοί ηγέτες να προβαίνουν σε πολιτικές παρεμβάσεις; Κατά την άποψη μου εάν το ερώτημα τεθεί σε αυτή τη βάση, η απάντηση που θα έδινα θα ήταν καταφατική. Δηλαδή πως ναι, σε μια δημοκρατία το δικαίωμα της άποψης κατοχυρώνεται για όλους.
Βεβαίως, η άποψη του Αρχιεπισκόπου δεν είναι εκ των πραγμάτων το ίδιο με την άποψη ενός ακαδημαϊκού, ενός δημοσιογράφου ή του επικεφαλής μιας Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Ο Αρχιεπίσκοπος, επενδυμένος με τη «θεία δύναμη», την οικονομική ευχέρεια και το μονοπώλιο χρήσης των εκκλησιών, διεκδικεί να κατοχυρώσει την άποψή του ως ηγέτης αντίστοιχος (εάν όχι ανώτερος) των πολιτικών ηγετών.
Όμως, η πολιτική άποψη του Αρχιεπισκόπου δεν έχει την ίδια διάσταση ευθύνης που έχει η άποψη για το θέμα ενός εκλεγμένου αξιωματούχου. Γιατί οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού κρίνονται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση για τις εκτιμήσεις τους, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος όχι.
Επίσης, ένα άλλο εξίσου σοβαρό ζήτημα αφορά στο δικαίωμα όλων των υπόλοιπων στην κριτική. Εδώ νομίζω είναι που εντοπίζω και το σοβαρότερο δημοκρατικό έλλειμμα στις σχέσεις κράτους-εκκλησίας στην Κύπρο σήμερα. Το δικαίωμα στην άποψη που έχει ο Αρχιεπίσκοπος, ορισμένοι θεωρούν πως, μπορεί να «αφαιρεί» από τους υπόλοιπους το δικαίωμά τους στο να τον κρίνουν, να διαφωνούν ή να χαρακτηρίζουν τις απόψεις του όπως οι ίδιοι επιθυμούν. Όποιοι και να είναι οι λόγοι που ορισμένοι πολιτικοί αρχηγοί πιστεύουν το πιο πάνω (οικονομικοί, θρησκευτικοί ή άλλοι), το βέβαιο είναι, πως πλήττει τη σύγχρονη δημοκρατία και το δημόσιο διάλογο.
Ενώ τέλος, ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος θα όφειλε κατά την άποψή μου, ως ελαχίστη ηθική υποχρέωση, όταν παίρνει θέση για εθνικές διενέξεις να το πράττει παραθέτοντας λογικά πολιτικά επιχειρήματα και αποδεχόμενος την κριτική δίχως αφορισμούς του τύπου «άθεοι δικτάτορες» και κυρίως, χωρίς να περιβάλλει την πολιτική του άποψη με τη «θεία πρόνοια» χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του ως «θείο δημιούργημα».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου